Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Ποιος μπορεί πραγματικά να αγοράσει σήμερα κατοικία στην Ελλάδα;

 



Οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει για το α΄ τρίμηνο του 2026 αύξηση 5,7% πανελλαδικά, 5,2% στην Αθήνα και 6,4% στη Θεσσαλονίκη. (Τράπεζα της Ελλάδος) Όμως τα εισοδήματα της μεγάλης πλειονότητας των ελληνικών νοικοκυριών δεν ακολουθούν με την ίδια ταχύτητα.

Έτσι δημιουργούνται ουσιαστικά δύο διαφορετικές αγορές κατοικίας.

Η πρώτη αφορά τον Έλληνα μισθωτό, το νέο ζευγάρι και γενικότερα τη μεσαία τάξη. Για αυτούς δεν αρκεί να βρεθεί ένα σπίτι των 150.000 ή 200.000 ευρώ. Πρέπει να υπάρχει ίδια συμμετοχή, δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού και κυρίως εισόδημα που να αντέχει επί δεκαετίες τη μηνιαία δόση μαζί με όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις μιας οικογένειας. Όσο τα επιτόκια και οι τιμές παραμένουν ψηλά, αυτό το κοινό περιορίζεται.

Η δεύτερη αγορά είναι διαφορετική. Είναι οι αγοραστές με υψηλότερα εισοδήματα και σημαντική ρευστότητα, αλλά και οι Έλληνες του εξωτερικού και οι αλλοδαποί αγοραστές, για τους οποίους πολλές περιοχές της Ελλάδας εξακολουθούν να είναι οικονομικά προσιτές σε σύγκριση με αντίστοιχες αγορές του εξωτερικού. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί ξεχωριστά τις επενδύσεις μη κατοίκων σε ελληνικά ακίνητα, γεγονός που δείχνει πλέον τη σημασία αυτής της ζήτησης στην αγορά. (Τράπεζα της Ελλάδος)

Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε και τα funds και γενικότερα τους επενδυτές, που τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργήσει ένα διαφορετικό επενδυτικό κομμάτι στην κατοικία. Ένα ακίνητο πλέον δεν αγοράζεται μόνο για ιδιοκατοίκηση. Αγοράζεται για επένδυση, εκμετάλλευση, ανακαίνιση, μεταπώληση ή απόδοση μέσω μίσθωσης. Αυτό δημιουργεί πρόσθετο ανταγωνισμό για τον απλό πολίτη που ψάχνει απλώς ένα σπίτι για να ζήσει.

Τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» αναμφίβολα βοήθησαν χιλιάδες νοικοκυριά. Ειδικά στο «Σπίτι μου ΙΙ», το 50% του δανείου χρηματοδοτείται με μηδενικό επιτόκιο από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ η χρηματοδότηση μπορεί να φτάσει έως τις 190.000 ευρώ και έως το 90% της αξίας αγοράς. (Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής) Είναι σημαντική βοήθεια, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να λύσει το συνολικό στεγαστικό πρόβλημα.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη ανησυχία για τα επόμενα χρόνια: η σταδιακή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης της μεσαίας τάξης.

Αν ένα νοικοκυριό χρειάζεται δύο αξιοπρεπή εισοδήματα, σημαντικές οικονομίες και δάνειο 20 ή 30 ετών για να αποκτήσει ένα συνηθισμένο διαμέρισμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο «ανεβαίνουν οι τιμές των ακινήτων». Είναι πρόβλημα πρόσβασης στην ιδιοκτησία.

Και όσο η εγχώρια αγοραστική δύναμη υποχωρεί, τόσο μεγαλύτερο μέρος της αγοράς θα κατευθύνεται προς εκείνους που διαθέτουν ισχυρότερα εισοδήματα, κεφάλαια ή χρήματα που έχουν αποκτηθεί σε οικονομίες με πολύ υψηλότερους μισθούς.

Γι' αυτό πιστεύω ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο «θα ανέβουν ή θα πέσουν οι τιμές;»

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:

Σε πέντε ή δέκα χρόνια, πόσοι άνθρωποι της ελληνικής μεσαίας τάξης θα μπορούν ακόμη να αγοράσουν ένα σπίτι αποκλειστικά με το εισόδημα από την εργασία τους;

Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγάλο στοίχημα της στεγαστικής πολιτικής της επόμενης ημέρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιο σας εδώ!