Αν η Ελλάδα αποδεχτεί τελικά την λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων σε αυτή την περίπτωση οφείλει να επανασχεδιάσει συνολικά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, δημιουργώντας ένα σύστημα σύγχρονο, ποιοτικό και δίκαιο, που θα συνδυάζει την ενίσχυση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης με την ύπαρξη ενός αυστηρά εποπτευόμενου πλαισίου λειτουργίας μη κρατικών ιδρυμάτων.
Η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία για την υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Αντίθετα, η Πολιτεία οφείλει να αποδείξει στην πράξη ότι η δημόσια ανώτατη εκπαίδευση παραμένει βασικός πυλώνας κοινωνικής κινητικότητας, ισότητας ευκαιριών και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.
Για τον λόγο αυτό απαιτείται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τα δημόσια πανεπιστήμια. Ένα πολυετές σχέδιο χρηματοδότησης, με ενίσχυση των υποδομών, των εργαστηρίων, της έρευνας και του ανθρώπινου δυναμικού. Τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ διαθέτουν σημαντικό επιστημονικό δυναμικό και αξιόλογη ερευνητική δραστηριότητα, όμως συχνά λειτουργούν κάτω από δύσκολες συνθήκες, με περιορισμένους πόρους και ελλείψεις που επηρεάζουν την καθημερινότητα φοιτητών και πανεπιστημιακών.
Παράλληλα, η ενίσχυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Απαιτείται ουσιαστική αναβάθμιση της φοιτητικής μέριμνας, με προτεραιότητα στη φοιτητική στέγη, τις υποτροφίες, τη σίτιση και τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων φοιτητών.
Η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση απαιτεί επίσης ένα δικαιότερο σύστημα εισαγωγής. Η κατάργηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, ώστε να αντιμετωπιστούν οι κενές θέσεις, ιδιαίτερα στα περιφερειακά πανεπιστήμια, και να διασφαλιστεί το δικαίωμα ισότιμης πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αποτελεί αναγκαίο βήμα μιας συνολικής μεταρρύθμισης.
Παράλληλα, η λειτουργία νέων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων δεν μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς εθνικό σχεδιασμό. Η Ελλάδα χρειάζεται έναν Εθνικό Χάρτη Ανώτατης Εκπαίδευσης, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της κοινωνίας, τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, τη δημογραφική πραγματικότητα και τη γεωγραφική κατανομή των εκπαιδευτικών δομών.
Δεν μπορεί η ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης να ταυτίζεται αποκλειστικά με την περαιτέρω ενίσχυση των μεγάλων αστικών κέντρων. Η περιφέρεια χρειάζεται ισχυρά πανεπιστήμια, γιατί αυτά δεν αποτελούν μόνο χώρους εκπαίδευσης αλλά πυρήνες ανάπτυξης, καινοτομίας και κοινωνικής συνοχής.
Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η ισόρροπη ανάπτυξη της ανώτατης εκπαίδευσης αποτελεί αντικείμενο δημόσιας πολιτικής. Η Πολιτεία έχει τη δυνατότητα να θέτει κανόνες και κριτήρια ώστε η ανάπτυξη νέων εκπαιδευτικών δομών να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και να μην οδηγεί σε υπερσυγκέντρωση των ιδρυμάτων σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί στα περιφερειακά δημόσια πανεπιστήμια. Ένα από τα μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν είναι η δημιουργία ειδικού κινήτρου παραμονής και προσέλκυσης φοιτητών υψηλής επίδοσης. Τα περιφερειακά ΑΕΙ θα μπορούσαν να διαθέτουν έως και το 30% των θέσεων των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών χωρίς δίδακτρα στους αποφοίτους τους, με αντικειμενικά ακαδημαϊκά κριτήρια και πλήρη διαφάνεια.
Μια τέτοια πολιτική θα ενίσχυε τη σχέση των φοιτητών με το πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησαν, θα συγκρατούσε νέους επιστήμονες στην περιφέρεια και θα αποτελούσε ουσιαστικό αντίβαρο στη συγκέντρωση εκπαιδευτικών ευκαιριών στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Ταυτόχρονα, η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων θα πρέπει να συνδεθεί με την ενίσχυση της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης. Ένα μέρος της οικονομικής δραστηριότητας των νέων ιδρυμάτων θα μπορούσε να κατευθύνεται σε ένα ειδικό Ταμείο Στήριξης της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης, με προτεραιότητα στα περιφερειακά πανεπιστήμια, στην έρευνα και στις υποτροφίες νέων επιστημόνων.
Η θεσμοθέτηση της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων δημιουργεί νέα δεδομένα στην ανώτατη εκπαίδευση της χώρας. Η Πολιτεία οφείλει, για λόγους ισότητας, θεσμικής συνέπειας και ασφάλειας δικαίου, να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την εκκρεμότητα της ακαδημαϊκής ισοτιμίας των τίτλων σπουδών των αποφοίτων των δημόσιων Τ.Ε.Ι.
Η πανεπιστημιοποίηση των ΤΕΙ αποτέλεσε μια σημαντική αλλαγή στον χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης, καθώς τα ιδρύματα αυτά εντάχθηκαν στο νέο πανεπιστημιακό περιβάλλον. Ωστόσο, η μεταρρύθμιση αυτή άφησε ανοικτό το ζήτημα της θεσμικής αντιμετώπισης χιλιάδων αποφοίτων που διαθέτουν τίτλους ανώτατης εκπαίδευσης και σημαντική επαγγελματική εμπειρία.
Δεν είναι εύλογο να διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο αναγνώρισης πανεπιστημιακών τίτλων, ενώ παραμένει ανοικτό το ζήτημα της ακαδημαϊκής αποτίμησης τίτλων που απονεμήθηκαν από δημόσια ιδρύματα της ελληνικής Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Η λύση οφείλει να βασιστεί στις αρχές του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων, στις κατευθύνσεις του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και στη διαδικασία της Μπολόνια, με αξιολόγηση των πραγματικών χαρακτηριστικών των προγραμμάτων σπουδών, με βάση το πλησιέστερο πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών κατά το έτος αποφοίτησης. Η αντιστοίχιση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη διάρκεια σπουδών, την ύπαρξη επιπλέον πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τυχόν μεταπτυχιακούς ή και διδακτορικούς τίτλους σπουδών.
Όταν η Πολιτεία επικαλείται την ανάγκη ακαδημαϊκής και επαγγελματικής αναγνώρισης για τους φοιτητές των νέων μη κρατικών πανεπιστημίων, οφείλει να εφαρμόζει τις ίδιες αρχές δικαιοσύνης, διαφάνειας και συνέπειας και για τους αποφοίτους των δημόσιων ιδρυμάτων που προηγήθηκαν των μεταρρυθμίσεων.
Η ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης, τέλος, δεν πρέπει να εξαρτάται από το αν ένα ίδρυμα είναι δημόσιο ή ιδιωτικό. Όλα τα πανεπιστήμια πρέπει να υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες αξιολόγησης, πιστοποίησης και λογοδοσίας. Η κοινωνία έχει δικαίωμα να γνωρίζει ότι κάθε τίτλος σπουδών που απονέμεται στη χώρα ανταποκρίνεται σε υψηλά ακαδημαϊκά πρότυπα.
Σε περίπτωση που η Ελλάδα προχωρήσει στην αναθεώρηση του άρθρου 16 αυτό δεν πρέπει να αποτελέσει απλώς μια αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο ίδρυσης πανεπιστημίων. Πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία μιας συνολικής μεταρρύθμισης που θα συνδυάζει την ελευθερία επιλογών με την κοινωνική δικαιοσύνη, την καινοτομία με την ισότητα, την ανάπτυξη νέων δομών με την επίλυση των εκκρεμών ζητημάτων και κυρίως με την προστασία του δημόσιου αγαθού της εκπαίδευσης.
Χρήστος Χασκής
