Η δημοσιοποίηση της έκθεσης διαχειριστικού ελέγχου για τον Δήμο Ζηρού και των καταλογισμών που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, προσεγγίζουν συνολικά το ένα εκατομμύριο ευρώ αποτελεί αναμφίβολα μία σοβαρή εξέλιξη.
Η υπόθεση φέρεται να αφορά πράξεις και αναθέσεις μιας ολόκληρης δεκαετίας, από το 2012 έως και το 2022, καθώς και περίπου 32 φυσικά πρόσωπα: δημάρχους, αντιδημάρχους, δημοτικούς συμβούλους, προέδρους και μέλη κοινοτήτων.
Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται ψυχραιμία, πλήρης ενημέρωση και αποφυγή εύκολων συμπερασμάτων.
Οι πράξεις καταλογισμού δεν αποτελούν από μόνες τους τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ούτε αποδεικνύουν αυτομάτως προσωπικό πλουτισμό, ιδιοποίηση χρημάτων ή ποινική ευθύνη.
Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, οι ενδιαφερόμενοι έχουν δικαίωμα να υποβάλουν αντιρρήσεις μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία και να προσκομίσουν όλα τα στοιχεία που διαθέτουν. Επομένως, η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.
Παράλληλα, όμως, ένας δημοσιονομικός έλεγχος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κάτι ασήμαντο.
Η διαχείριση του δημοσίου χρήματος προϋποθέτει νομιμότητα, διαφάνεια, προηγούμενη δέσμευση της αναγκαίας πίστωσης, σαφή απόφαση ανάθεσης, παραστατικά, πιστοποίηση της εκτέλεσης και νόμιμη παραλαβή του έργου, της υπηρεσίας ή των υλικών.
Η πραγματικότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Όποιος έχει ασχοληθεί πραγματικά με την Τοπική Αυτοδιοίκηση γνωρίζει ότι οι δήμοι ιδιαίτερα οι μικρότεροι λειτουργούν συχνά με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, μηχανημάτων και τεχνικών υπηρεσιών.
Μια ξαφνική βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης, μια πλημμύρα, μια κατολίσθηση, ένας αποκλεισμένος δρόμος ή μια άλλη επείγουσα ανάγκη δεν μπορεί πάντοτε να περιμένει την ολοκλήρωση μιας χρονοβόρας διοικητικής διαδικασίας. Ο δήμαρχος, ο αντιδήμαρχος ή ο πρόεδρος μιας κοινότητας πιέζεται να δώσει άμεσα λύση για την προστασία των κατοίκων και της δημόσιας περιουσίας.
Αυτή η πραγματικότητα μπορεί να εξηγήσει γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις δόθηκε μια προφορική εντολή. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να καταστήσει νόμιμη μια άτυπη ανάθεση. Το επείγον πρέπει να είναι πραγματικό, συγκεκριμένο και αποδεδειγμένο, ενώ η διαδικασία πρέπει να αποτυπώνεται υπηρεσιακά και να ακολουθείται το θεσμικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κάθε πράξης.
Η έλλειψη προσωπικού αποτελεί σοβαρό λειτουργικό πρόβλημα και πρέπει να συνεκτιμάται. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε μόνιμο άλλοθι για την κατάργηση κάθε νόμιμης διαδικασίας.
Πού βρίσκεται το ουσιαστικό ερώτημα
Για κάθε μία από τις ελεγχόμενες περιπτώσεις πρέπει να απαντηθούν συγκεκριμένα ερωτήματα:
- Υπήρχε πραγματική και επείγουσα ανάγκη;
- Εκτελέστηκε πράγματι το έργο ή παραδόθηκαν τα υλικά;
- Ήταν οι ποσότητες, οι εργασίες και οι τιμές πραγματικές και εύλογες;
- Υπήρξαν αναλυτικά τιμολόγια, δελτία αποστολής, επιμετρήσεις, φωτογραφίες, τεχνικές εκθέσεις ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία;
- Ποιος έδωσε την εντολή και ποιος είχε, κατά τον νόμο, την αρμοδιότητα;
- Έγινε η προβλεπόμενη παραλαβή ή υπήρξε παράλειψη των αρμόδιων οργάνων και υπηρεσιών;
- Υπέστη πραγματική οικονομική ζημία ο Δήμος ή ωφελήθηκε από έργα και υλικά που πράγματι παραδόθηκαν;
- Υπήρξε προσωπικό όφελος κάποιου αιρετού ή πρόκειται για διοικητικές και διαδικαστικές παραλείψεις;
Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι η ουσία της υπόθεσης.
Αν ένα έργο δεν εκτελέστηκε, αν οι ποσότητες ήταν εικονικές, αν οι τιμές ήταν υπερβολικές ή αν εκδόθηκαν ανακριβή παραστατικά, τότε προφανώς πρέπει να αποδοθούν οι αντίστοιχες ευθύνες.
Αν, όμως, αποδεικνύεται ότι το έργο εκτελέστηκε, τα υλικά χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες του Δήμου, οι τιμές ήταν εύλογες και δεν προέκυψε προσωπικό όφελος, τότε αυτά τα πραγματικά περιστατικά πρέπει επίσης να αξιολογηθούν ουσιαστικά και όχι να αγνοηθούν λόγω μιας τυπικής παράλειψης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το αν οι σχετικές απαιτήσεις των εργολάβων ή προμηθευτών έχουν αναγνωριστεί με δικαστικές αποφάσεις. Μια τέτοια απόφαση μπορεί να αποδεικνύει ότι ο Δήμος ωφελήθηκε από εργασίες ή προμήθειες και όφειλε να καταβάλει την αντίστοιχη αξία. Δεν σημαίνει, όμως, αυτομάτως ότι εξαλείφεται κάθε πιθανή ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η ανάθεση. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
Η παραλαβή είναι το καθοριστικό σημείο
Το πιο κρίσιμο ζήτημα φαίνεται να είναι αν υπήρξε νόμιμη και πραγματική πιστοποίηση της εκτέλεσης και παραλαβή των έργων, των υπηρεσιών ή των υλικών.
Δεν αρκεί μόνο ένα τιμολόγιο. Πρέπει να αποδεικνύεται τι ακριβώς εκτελέστηκε, σε ποιο σημείο, σε ποιες ποσότητες, με ποια εντολή, ποιος το επιβεβαίωσε και αν η τιμή ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι δίκαιο να θεωρείται αυτομάτως ανύπαρκτο ένα έργο που ενδεχομένως εκτελέστηκε και χρησιμοποιήθηκε από τον Δήμο, μόνο επειδή οι υπηρεσίες ή τα αρμόδια όργανα δεν ολοκλήρωσαν εγκαίρως τη διαδικασία παραλαβής.
Πρέπει να αναζητηθεί ποιος είχε την αρμοδιότητα και την ευθύνη για κάθε συγκεκριμένη παράλειψη.
Όχι συλλογική ευθύνη
Δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο 32 διαφορετικά πρόσωπα, με διαφορετικές αρμοδιότητες, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και για διαφορετικά ποσά.
Άλλη είναι η ευθύνη εκείνου που αποφάσισε, άλλη εκείνου που έδωσε εντολή, άλλη εκείνου που πιστοποίησε ή παρέλαβε και άλλη ενός μέλους συλλογικού οργάνου που ενδεχομένως ψήφισε βασιζόμενο στις εισηγήσεις των υπηρεσιών.
Η ευθύνη πρέπει να είναι προσωπική, ειδικά αιτιολογημένη και ανάλογη με την πραγματική συμμετοχή κάθε προσώπου. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το θεσμικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κάθε ανάθεσης, καθώς η εξεταζόμενη περίοδος εκτείνεται σε δέκα χρόνια και η νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων δεν παρέμεινε αμετάβλητη.
Η υπόθεση, επομένως, δεν προσφέρεται ούτε για πολιτική εκμετάλλευση ούτε για δημόσιες καταδίκες πριν ακουστούν οι ελεγχόμενοι και εξεταστούν οι αντιρρήσεις τους.
Αυτό που απαιτείται είναι πλήρης δημοσιοποίηση των θεσμικά επιτρεπόμενων στοιχείων, εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και απάντηση σε ένα απλό αλλά καθοριστικό ερώτημα:
Πλήρωσε ο Δήμος για έργα και υλικά που πραγματικά έλαβε σε εύλογες τιμές ή υπέστη αποδεδειγμένη οικονομική ζημία;
Εάν υπάρχει ζημία, να καταλογιστεί σε εκείνους που πραγματικά ευθύνονται. Εάν δεν υπάρχει ζημία και υπήρξαν μόνο διαδικαστικές παραλείψεις μέσα σε πραγματικές έκτακτες συνθήκες, αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί με δικαιοσύνη και αναλογικότητα.
Η διαφάνεια είναι αδιαπραγμάτευτη. Το ίδιο, όμως, αδιαπραγμάτευτα είναι το τεκμήριο αθωότητας, το δικαίωμα ακρόασης και η εξατομίκευση της ευθύνης.
Οι θεσμοί οφείλουν να ελέγχουν αυστηρά, αλλά και να κρίνουν δίκαια.
Σημαντική νομική επισήμανση: η απευθείας ανάθεση είναι νόμιμος τρόπος σύναψης δημόσιας σύμβασης όταν τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις· δεν ταυτίζεται με την άτυπη ή προφορική ανάθεση. Επειδή οι υποθέσεις εκτείνονται από το 2012 έως το 2022, κάθε πράξη πρέπει να κριθεί με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε τότε και τα ιδιαίτερα πραγματικά στοιχεία της. Το σημερινό πλαίσιο του άρθρου 118 μπορεί να αναζητηθεί στην Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων,

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιο σας εδώ!