Και όλα αυτά για ένα κόμμα που σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 1981 έως και το 2009 το χαμηλότερο ποσοστό που πήρε ήταν 38,1%. Για ένα κόμμα που κυβέρνησε αυτοδύναμα για 21 από τα 45 χρόνια της Μεταπολίτευσης, και συμμετείχε σε κυβερνήσεις συνεργασίας για άλλα 4 χρόνια περίπου. Για ένα κόμμα που ευθύνεται για μερικές από τις μεγαλύτερες θεσμικές αλλαγές στη χώρα μας και το οποίο για μεγάλο διάστημα είχε την πρωτιά στο συνδικαλιστικό και το αυτοδιοικητικό κίνημα. Για ένα κόμμα που κατεξοχήν διαχειρίστηκε τη σύνδεση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, συμπεριλαμβανομένης της εισόδου στην ευρωζώνη.
Σήμερα, το ΚΙΝΑΛ μοιάζει πολύ περισσότερο με μια σκιά του παλιού ΠΑΣΟΚ, παρά με το χώρο που μπορεί να εκπροσωπήσει την κεντροαριστερά. Το ποσοστό του το κατατάσσει αναγκαστικά στα «συμπληρωτικά» κόμματα. Σε αυτά, δηλαδή, που δεν μπορούν να διεκδικήσουν πραγματικά να είναι πλειοψηφικά κόμματα διακυβέρνησης, αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων να συμπληρώσουν μια συμμαχική κυβέρνηση. 
Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό του πληρώνουν οι γκρίνιες και οι διαμαρτυρίες για το συνδυασμό ενός μέτριου εκλογικού αποτελέσματος, που συνοδεύτηκε από την αδυναμία να αμφισβητήσει την κατοχύρωση του ΣΥΡΙΖΑ ως εκλογικού υποδοχέα σημαντικού μέρους των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, με ένα εσωτερικό κλίμα όπου η ηγετική ομάδα κυρίως διεκδικεί να κατοχυρώσει τη θέση της.
Πώς, όμως, φτάσαμε εδώ; Πώς αποδιαρθρώθηκε ο συμπαγής πολιτικός σχηματισμός της μεταπολίτευσης; Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ κατέλαβε αυτό το χώρο;

Η καταλυτική στιγμή των μνημονίων

Τα μνημόνια δεν όρισαν απλώς ένα νέο πλαίσιο πολιτικής και έναν νέο τρόπο να ασκείται η πολιτική. Ταυτόχρονα, αποτέλεσαν και τον καταλύτη πραγματικά τεκτονικών αλλαγών στις σχέσεις εκπροσώπησης.
Η επιλογή του Γιώργου Παπανδρέου να προσκαλέσει το ΔΝΤ αρχικά, την Τρόικα αργότερα και συνάψει το πρώτο μνημόνιο αποδείχτηκε πολιτικά μοιραία για το ΠΑΣΟ. Ξέσπασε μια ιδιότυπη εξέγερση διαρκείας που ενέπλεξε μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων, δηλαδή των κοινωνικών στρωμάτων που κατεξοχήν αποτελούσαν την εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ.
Στις πρώτες εκλογές του 2012 καταβαραθρώνεται εκλογικά στο 13,18% και στις δεύτερες εκλογές στο 12,28%. Όμως, η συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σαμαρά αποδείχτηκε επίσης ότι είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 περίπου συντρίβεται με μόλις 4,68% για ανακάμψει ελαφρά στο 6,28% τον Σεπτέμβριο του 2015 και τελικά να φτάσει το 8,1% στις εκλογές του 2019. Παρά την σχετική άνοδο σε σχέση με το 2019, είναι προφανές ότι εκλογικά μόνο ως σκιά του εαυτού του μπορεί να χαρακτηριστεί.

Γιατί το ΚΙΝΑΛ δεν μπόρεσε να κρατήσει την πρωτοκαθεδρία στην Κεντροαριστερά

Δεν είναι η πρώτη φορά που είδαμε τέτοια εναλλαγή στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Υπάρχει και το προηγούμενο της μεταπολιτευτικής ΕΔΗΚ. Στις εκλογές του 1974 η ΕΚ-ΝΔ, το διάδοχο σχήμα της προδικτατορικής Ένωσης Κέντρου, πήγε πιο καλά από το ΠΑΣΟΚ, αλλά το 1977 οι όροι είχαν αντιστραφεί και το ΠΑΣΟΚ ήταν πολύ πιο ψηλά, μέχρι τις εκλογές του 1981 όπου πια το ΠΑΣΟΚ κυριαρχούσε απόλυτα σε αυτό το χώρο. Όμως, το ΠΑΣΟΚ μπορούσε να υποστηρίζει ότι ταυτόχρονα συνέχεια και τομή του παλαιού Κέντρου, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της ατομικής πολιτικής ιστορίας του Ανδρέα Παπανδρέου.
Όμως, τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το πρόβλημα του ΚΙΝΑΛ δεν ήταν απλά το πολιτικό κόστος που είχε από την εφαρμογή μνημονίων. Σε τελική ανάλυση αυτό είχε κάνει και η ΝΔ. Ήταν ο τρόπος που πήρε θέση σε μια μεγάλη σύγκρουση. Πλήρωσε το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε ότι οι εκλογικοί σχηματισμοί του Κέντρου ή της κεντροαριστεράς στη χώρα μας κατεξοχήν κρίνονται από τη στάση που κρατούν σε μεγάλες ιστορικές καμπές.

Μερικά διδάγματα από την ιστορία του Κέντρου

Αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε στην Ελλάδα Κέντρο ή από τη δεκαετία του 1960 και μετά «Κέντρο», ήταν στην πραγματικότητα αυτό που θα περιγράφαμε η την πιο «προοδευτική» (δηλαδή δημοκρατική και πιο κοντά σε κάποια συμφέροντα των λαϊκών τάξεων) αλλά συστημική παράταξη. Το Κέντρο αναδύθηκε μέσα από μεγάλες ιστορικές καμπές και πραγματικές διχοτομίες στην ελληνική πολιτική ζωή, συμπεριλαμβανομένου και αυτής που έμεινε στην ιστορία ως «διχασμός». Τέτοιες διχοτομίες βρίσκει κανείς και σε άλλες χώρες, αν και όχι με τέτοια ένταση. Ταυτόχρονα, παρά την ένταση του «διχασμού», το Κέντρο στην Ελλάδα ήταν άλλο πράγμα από αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε σοσιαλδημοκρατία, μια που η τελευταία, ειδικά στην ευρωπαϊκή εκδοχή της, είχε έναν οργανικό δεσμό με την οργανωμένη εργατική τάξη και τα συνδικάτα. Μόνο το ΠΑΣΟΚ θα δοκιμάσει να παίξει αυτό το ρόλο.
Η ιστορία δείχνει ότι το Κέντρο μπορούσε να αναδεικνύεται σε ηγεμονική δύναμη ανάλογα με το πώς έπαιρνε θέση στα διλήμματα από την πλευρά μιας πολιτικής που έστω και εντός συστήματος όντως εκπροσωπούσε μια εναλλακτική: αυτό δείχνει η εμπειρία του βενιζελισμού στο μεγάλο ερώτημα του «αστικού εκσυγχρονισμού» της νεοελληνικής κοινωνίας, η διαδρομή της Ένωσης Κέντρου στη δεκαετία του 1960, η διαδρομή του ΠΑΣΟΚ στη διακυβέρνηση. Αντίθετα, όταν το Κέντρο «στρατευόταν» με την πιο συντηρητική και αυταρχική επιλογή, το τίμημα ήταν συνήθως μεγάλο. Η συμπόρευση με τη σκληρή αντικομμουνιστική δεξιά στον Εμφύλιο, όπως και η αποτυχία αμέσως μετά τον Εμφύλιο να βάλει φραγμό στο μετεμφυλιακό κράτος των εκτελέσεων, θα έχει μεγάλο τίμημα.
Την ίδια στιγμή αποδείχτηκε ότι το Κέντρο μπορεί να αντέξει απέναντι στην πίεση από την Αριστερά, με τη μεγάλη επιρροή που είχε ένα κομμουνιστικό ρεύμα, ηττημένο στον Εμφύλιο, αλλά πιστωμένο με την Αντίσταση αλλά και μεγάλους μεταπολεμικούς αγώνες, μόνο όταν μπορούσε να πάρει θέση σε μεγάλες διχοτομίες.
Αυτό ήταν με έναν τρόπο ο «Ανένδοτος» που έθεσε το μεγάλο επίδικο να σπάσει το μετεμφυλιακό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Και βέβαια αυτό ήταν ο τρόπος που το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε έναν ευρύτερο και σαφώς αριστερόστροφο ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης.
Στην περίοδο των Μνημονίων έγινε το ακριβώς αντίθετο. Σε μια μεγάλη «διχοτομική» στιγμή το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε σαν καθεστωτική δύναμη και χωρίς καμιά προσπάθεια να βρει μια πολιτική που θα μπορούσε να ενσωμάτωνε τα λαϊκά στρώματα, έστω και εν μέρει.
Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να καταλάβει αυτό το χώρο και ακριβώς επειδή μπόρεσε να πείσει ότι όντως επέλεξε τη μία πλευρά στη μεγάλη διχοτομία σε σχέση με τα μνημόνια μπόρεσε να τον κρατήσει, ακόμη και όταν επίσης εφάρμοσε πλήρως το τρίτο μνημόνιο. Και αυτό γιατί στη συλλογική συνείδηση κατοχύρωσε τη θέση ότι εκπροσωπεί ως ένα βαθμό την αντίθεση στα μνημόνια.

Το τοπίο της «νέας κανονικότητας» και η κεντροαριστερά

Οι εκλογές του 2019 σημαίνουν ένα νέο τοπίο. Η νέα κυβέρνηση είναι σαφές ότι θα δοκιμάσει μια πολιτική που σε πλευρές της θα φαντάζει πιο νεοφιλελεύθερη και πιο αυταρχική από την προηγούμενη. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να παίξει το ρόλο μιας κεντροαριστερής αντιπολίτευσης, εντός μνημονιακών ορίων, αλλά με προσπάθεια να χαράσσει διαχωριστικές γραμμές.
Ταυτόχρονα, αυτό το τοπίο δεν θα είναι απλώς μια επανάληψη της προηγούμενης κατάστασης. Νέες κοινωνικές δυναμικές και συγκρούσεις μπορεί να προκύψουν. Η εικόνα μιας κοινωνίας πιο «συντηρητικής» δεν αναιρεί ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να έχει αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, πρόσβασης σε δημόσια αγαθά, ανάγκης να μπει φραγμός στην εργασιακή επισφάλεια, δημοκρατικών δικαιωμάτων και διαδικασιών. Τα αιτήματα αυτά σε τελική ανάλυση ορίζουν και το όποιο πεδίο μιας «προοδευτικής» πολιτικής σήμερα.
Η μόνη περίπτωση να μπορέσει το ΚΙΝΑΛ να αποκτήσει πιο αναβαθμισμένο ρόλο, είναι ακριβώς να προσπαθήσει να εκπροσωπήσει αυτά τα αιτήματα. Όμως, αυτό απαιτεί πραγματική «αλλαγή παραδείγματος» στο εσωτερικό του
in.gr